Του Γ. Αγγέλη 

Το παράδοξο με τις ελληνικές εκλογές, όπως παρατηρούν ορισμένοι οικονομικοί αναλυτές στην Ευρώπη, είναι ότι ο «νικητής» είναι μάλλον βέβαιο ότι υπό φυσιολογικές συνθήκες υπογράφει την πολιτική του «καταδίκη».

Η προοπτική μιας τέτοιας «βεβαιότητας» προκύπτει από το γεγονός ότι η πορεία των οικονομικών και πολιτικών εξελίξεων στην Ελλάδα από το 2010 μέχρι και σήμερα συνδέει την εφαρμογή των οικονομικών προγραμμάτων στήριξης με την πτώση της κυβέρνησης που τα έχει «εφαρμόσει».

Το «παράδοξο» όμως στις εκλογές της 20ης Σεπτεμβρίου είναι ότι το  οικονομικό πρόγραμμα της επόμενης κυβέρνησης είναι ήδη «ψηφισμένο» από την Βουλή που διαλύθηκε, προκειμένου να επιλεγεί η κυβέρνηση που θα το εφαρμόσει, αφού προηγουμένως παραιτήθηκε η κυβέρνηση που το εισηγήθηκε!

Αυτό το πρωθύστερο παράδοξο σχήμα σχέσεων οικονομίας και πολιτικής στην περίπτωση των εκλογών της 20ης Σεπτεμβρίου είναι για πρώτη φορά που επιχειρείται να εφαρμοσθεί και έχει προκαλέσει αρκετή σύγχυση ακόμα και στους υποστηρικτές του προγράμματος στήριξης στις Βρυξέλλες και το Βερολίνο.

Ο κ. Χουλιαράκης, ο υπηρεσιακός Υπουργός Οικονομικών και ο κ. Ν. Χριστοδουλάκης Υπ. Οικονομίας δουλεύουν ήδη για την προετοιμασία των νομοσχεδίων που θα πρέπει να δρομολογήσει ο «νικητής» των εκλογών της 20ης Σεπτεμβρίου, είτε πρόκειται για αυτοδύναμη κυβέρνηση, είτε για κυβέρνηση συνεργασίας.

Το πρόγραμμα αυτό έχει ήδη διαμορφωμένα τα πακέτα «μέτρων» που θα πρέπει να προωθήσει άμεσα η νέα κυβέρνηση, τόσο εκείνα που αφορούν στον συμπληρωματικό προϋπολογισμό με τον οποίο θα πρέπει να κλείσει το 2015, όσο και τα «μεγέθη» του Προϋπολογισμού του 2016…

Τα προβλεπόμενα στο τρίτο μνημόνιο είναι προφανές ότι δεν μετριάζονται ως προς την δημοσιονομική τους «σκληρότητα» από «ισοδύναμα».

Και αυτά θα είναι οι πρώτες αποφάσεις της νέας κυβέρνησης έτσι κι αλλιώς.

Η προοπτική αυτή αν και εμπεριέχει πλέον –με απόφαση του Εurogroup– την αναδιάρθρωση του χρέους με επιμήκυνση κατά 20 επιπλέον έτη και αύξηση της περιόδου χάριτος κατά 10 επιπλέον έτη, δεν αναιρεί ούτε μετατοπίζει την υποχρέωση ενός σκληρού κυβερνητικού προγράμματος τους επόμενους 2 με 3 μήνες, καθώς η έναρξη της διαδικασίας αναδιάρθρωσης του χρέους έχει ως προϋπόθεση την υλοποίηση του προγράμματος και την ολοκλήρωση της επόμενης αξιολόγησης.

Το αν αυτό μπορεί να γίνει από την επόμενη Βουλή από μία αυτοδύναμη κυβέρνηση ή θα χρειασθεί κυβέρνηση συνεργασίας, δεν είναι το μοναδικό ζητούμενο. Και αυτό γιατί έχουν ήδη δρομολογηθεί σημαντικές μετακινήσεις «δυνάμεων» που θα παίξουν σημαντικό ρόλο στην επόμενη περίοδο. Για παράδειγμα έχει ήδη μετακινηθεί μία κρίσιμη μάζα ηγεσιών στα συνδικάτα από τον ΣΥΡΙΖΑ στο κόμμα της Λαϊκής Ενότητας.

Με άλλα λόγια, οι δύο μεγάλες Συνομοσπονδίες, η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ, θα υποχρεωθούν με νέους εσωτερικούς πολιτικούς συσχετισμούς να βρεθούν απέναντι στην νέα Κυβέρνηση όποιος και αν είναι ο «κορμός» της…

Υπό αυτές τις συνθήκες είναι κατανοητό γιατί ορισμένοι ξένοι αναλυτές μιλούν για «νικητές» που μπορούν να βγουν πολύ γρήγορα «χαμένοι».

-capital

.