Του Κώστα Ράπτη

.

Τα αυξημένα, σε σύγκριση με πέρυσι, μέτρα ασφαλείας στο φημισμένο θέρετρο του καντονιού Γκριζόν δεν ήταν ο κύριος λόγος που οι συμμετέχοντες στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός αισθάνονταν φέτος να τελούν υπό πολιορκία. Δεν ήταν, άλλωστε, η ενισχυμένη ανά τον κόσμο τρομοκρατική απειλή που διαμόρφωνε την κατάσταση πνευμάτων στην ελβετική κοιλάδα, όπου και το μεγάλο ετήσιο ραντεβού των ισχυρών, παρά η «βία» που κυριαρχεί από την έναρξη του έτους στις διεθνείς αγορές, με τον Ιανουάριο να καταγράφεται ως ο μήνας με τη μεγαλύτερη πτώση των χρηματιστηρίων μετά το 2009.

Η καθορισμένη ατζέντα προοριζόταν να εμπνεύσει αισιοδοξία, καθώς επικεντρωνόταν στο θέμα της «τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης», όπου το Διαδίκτυο των Πραγμάτων και η εξέλιξη της ρομποτικής υπόσχονται να αναμορφώσουν δραστικά την παραγωγή, την κατανάλωση και τις κοινωνικές σχέσεις. Όμως, αντί για όλα αυτά τα υψιπετή, η συζήτηση προσηλώθηκε στην αγωνία που δικαιολογούν τα τρέχοντα – όχι μόνο, και όχι κυρίως, στα πάνελ των υψηλών προσκεκλημένων, αλλά περισσότερο διακριτικά στους διαδρόμους. Διότι, κατά τους γνωρίζοντες, εκτός από το «δημόσιο Νταβός», υπάρχει και ένα ιδιωτικό…

Η ανησυχία για τη σταθερότητα του διεθνούς συστήματος κινείται γύρω από ένα τρίγωνο που διαμορφώνουν η ισοπέδωση της τιμής του πετρελαίου, τα ερωτήματα γύρω από την αμερικανική νομισματική πολιτική και η εμφανής αμηχανία των Κινέζων ιθυνόντων ως προς την πλοήγηση της αλλαγής αναπτυξιακού μοντέλου.

Η διαμόρφωση της τιμής του «μαύρου χρυσού» στα επίπεδα των 28 δολαρίων ανά βαρέλι (όπου πλέον το ίδιο το βαρέλι κοστίζει περισσότερο από το περιεχόμενο…), ενώ η αγορά ετοιμάζεται να υποδεχθεί άλλα 500.000 βαρέλια ημερησίως μετά την έξοδο του Ιράν από την καραντίνα των κυρώσεων, η ανακοίνωση του Πεκίνου ότι ο ρυθμός ανάπτυξης το 2015 διαμορφώθηκε στο 6,9%, ήτοι σε χαμηλό δεκαετιών, η γνωστοποίηση του ότι οι καθαρές εκροές κεφαλαίων από την Κίνα το 2015 έφτασαν, μετά τη συμπερίληψη του γουάν στο «καλάθι» των Ειδικών Τραβηκτικών Δικαιωμάτων του ΔΝΤ, τα 676 δισ. δολάρια, καθώς και η υποψία ότι οι Κινέζοι διαμορφωτές πολιτικής ενδεχομένως έχουν χάσει τον έλεγχο του υποτιμώμενου νομίσματος, αποτελούν όψεις του πιεστικού κλίματος των ημερών.

Κυρίως, όμως, τον νου των συμμετεχόντων στο Φόρουμ του Νταβός κυρίεψε η επίγνωση ότι ένα «νέο 2008» είναι απολύτως πιθανό, καθώς τα θεμέλια της κρίσης παρέμειναν αμετακίνητα, η ζήτηση και οι επενδύσεις δεν είναι σαφές από πού θα προκύψουν και τυχόν νέα ύφεση θα βρει ανεπτυγμένες και αναδυόμενες οικονομίες επικίνδυνα «συντονισμένες».

Είναι χαρακτηριστικό ότι τα σαφή κριτήρια ανάγνωσης της συγκυρίας απουσιάζουν, με άλλους από τους συμμετέχοντες, λ.χ., να προβλέπουν ανάκαμψη της τιμής του πετρελαίου στο δεύτερο μισό του έτους και άλλους όχι, άλλους να σπεύδουν να υποδείξουν την αδεξιότητα του Πεκίνου ως κύρια αιτία της αναταραχής και άλλους να ομολογούν ότι η αποστράγγιση της ρευστότητας που δρομολόγησε με την αύξηση των επιτοκίων η Fed θα πρέπει να προκαλέσει σκέψεις ακόμα και ταχείας αναστροφής της νομισματικής πολιτικής.

«Η κατάσταση είναι χειρότερη απ’ ό,τι το 2007»

Οι αναδυόμενες οικονομίες από μέρος της λύσης έγιναν μέρος του προβλήματος

Το αντιλαμβάνεται κανείς ότι κάτι δεν πάει καθόλου καλά όταν ο διάσημος οικονομολόγος Νουριέλ Ρουμπίνι, που έχτισε την καριέρα του ως «προφήτης της καταστροφής», εμφανίζεται, ίσως για πρώτη φορά, καθησυχαστικός, λέγοντας πως ό,τι επίκειται δεν θυμίζει καθόλου την περίοδο 2008-2009, καθώς δεν παρατηρείται η υπερβάλλουσα μόχλευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος που υφίστατο τότε.

Ωστόσο, ένας άλλος βαθύς γνώστης της διεθνούς τραπεζιτικής, που από τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας είχε εύστοχα προειδοποιήσει για την επερχόμενη κρίση, σημαίνει τον συναγερμό.

«Η κατάσταση είναι χειρότερη απ’ ό,τι το 2007», υποστηρίζει, σε συνέντευξη που έδωσε από το Νταβός στη βρετανική «Τelegraph», ο Ουίλιαμ Ουάιτ, πρόεδρος του εποπτικού συμβουλίου του ΟΟΣΑ και πρώην επικεφαλής οικονομολόγος της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών. Τα χρέη, υποστηρίζει, δεν έχουν πάψει να συσσωρεύονται σε κάθε μέρος του κόσμου την τελευταία οκταετία και στην επόμενη ύφεση θα φανεί ότι πολλά από αυτά δεν θα μπορούν να εξυπηρετηθούν. Το μόνο ερώτημα, προσθέτει, είναι αν θα μπορέσουμε να αντικρίσουμε την πραγματικότητα, κατά προτίμηση με συντεταγμένο τρόπο: «Έχουμε ιωβηλαία (μαζικής διαγραφής χρεών) εδώ και 5.000 χρόνια, από τον καιρό των Σουμερίων».

Κατά τον Ουάιτ, οι πολιτικές ποσοτικής διευκόλυνσης και μηδενικών επιτοκίων μετά την κατάρρευση της Lehmann Brothers είχαν ως αποτέλεσμα το άθροισμα ιδιωτικού και δημόσιου χρέους να εκτιναχθεί κατά 35 μονάδες σε σύγκριση με το 2007, φτάνοντας το 265% του ΑΕΠ στις χώρες του ΟΟΣΑ και το 185% στις αναδυόμενες οικονομίες. Κρίσιμη διαφορά: «Μετά τη Lehmann, οι αναδυόμενες οικονομίες ήταν μέρος της λύσης, τώρα είναι μέρος του προβλήματος».

Ως συγγραφέας της τελευταίας έκθεσης της «Ομάδας των 30» για το μέλλον της κεντρικής τραπεζιτικής, ο Ουάιτ επισημαίνει ότι οι πολιτικές ποσοτικής διευκόλυνσης αποτέλεσαν μια μορφή συναλλαγματικού πολέμου, την οποία μπορεί να μπει στον πειρασμό να ακολουθήσει και η Κίνα, προκαλώντας σοκ. Όμως η αμερικανική κεντρική τράπεζα είναι πλέον παγιδευμένη: Αν επιμείνει στη νομισματική περιστολή, θα προκαλέσει βλάβη σε όλους, αν υποχωρήσει, θα μεταθέσει και θα διογκώσει το πρόβλημα.

Η πλάνη που οδήγησε σε αυτό το σημείο, κατά τον Ουάιτ, έγκειται στο ότι η μείωση των τιμών των αγαθών, λόγω του «θετικού σοκ προσφοράς» που προκάλεσε η είσοδος της Κίνας και του πρώην ανατολικού μπλοκ στη διεθνή αγορά τη δεκαετία του ’90, έκρυψε τις φούσκες που δημιουργούνταν στα στοιχεία ενεργητικού, εθίζοντας τις κεντρικές τράπεζες σε μια μονίμως διευκολυντική πολιτική, που τώρα τις αφήνει άοπλες.

Ο ίδιος επιμένει ότι οι κεντρικές τράπεζες μπορούν να επιλύσουν μόνο προβλήματα ρευστότητας και το να βασίζεται κανείς σε αυτές για τη «βρώμικη δουλειά» της αντιμετώπισης προβλημάτων φερεγγυότητας αποτελεί συνταγή καταστροφής. Η δημοσιονομική πολιτική, καταλήγει, πρέπει και πάλι να πάρει το πάνω χέρι με μεγάλα επενδυτικά προγράμματα κεϋνσιανού τύπου.

Οι Βρυξέλλες εφησυχάζουν

Όμως οι ευρωπαϊκές τράπεζες διακρατούν 1 τρισ. δολάρια μη εξυπηρετούμενων χρεών

 

Το Νταβός παγιδευμένο στο "τρίγωνο της ανησυχίας"

 

Για τον επίτροπο Οικονομικών της Ε.Ε., ουδείς λόγος ανησυχίας υπάρχει – και, σε κάθε περίπτωση, οι κεντρικές τράπεζες «έχουν τα όπλα και μπορούν να δράσουν». «Δεν νιώθω ότι αντιμετωπίζουμε τον κίνδυνο κατάρρευσης στην παγκόσμια ανάπτυξη, αλλά υπάρχουν αρνητικά σημεία που θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε», υποστήριξε ο Πιερ Μοσκοβισί σε συνέντευξή του προς το Reuters από το Νταβός – σπεύδοντας να υποδείξει ως κύρια πηγή των προβλημάτων τη «δύσκολη και αβέβαιη» μετάβαση που πραγματοποιεί η Κίνα. Όσο για την Ευρώπη, ούτε απειλή για τον ρυθμό ανάπτυξης διακρίνεται, τέτοια που να προοιωνίζεται αναθεώρηση των επικαιροποιημένων προβλέψεων Φεβρουαρίου της Κομισιόν, ούτε ανάγκη αλλαγής πολιτικής, π.χ., με δημοσιονομική χαλάρωση, προκύπτει: Το μόνο που χρειάζεται είναι η επιμονή στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και η προώθηση των δημόσιων επενδύσεων του «Σχεδίου Γιούνκερ».

Η πολιτική ακαμψία αποτελεί, βέβαια, και το κυριότερο ερμηνευτικό «κλειδί» αυτού του εφησυχασμού, που δεν δείχνει να δικαιώνεται από τα δεδομένα. Οι ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν παραδεχτεί ότι διακρατούν 1 τρισ. δολάρια μη εξυπηρετούμενων χρεών, ενώ σημαντική είναι η έκθεσή τους στις αναδυόμενες οικονομίες, που αποτελούν τη νέα σκηνή του δράματος. Οι ανάγκες μαζικής ανακεφαλαιοποίησης που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν εξηγεί και την απροθυμία των ιθυνόντων να παραδεχτούν την αλήθεια.

«Το Brexit θα ήταν τραγωδία»

Κάμερον: «Ποτέ δεν θα πω ότι η Βρετανία δεν μπορεί να επιτύχει εκτός Ε.Ε.»

 

Βρετανία cameron

 

Το Φόρουμ του Νταβός είναι ενίοτε σε θέση να παράγει μεγάλες ειδήσεις. Στη φετινή διοργάνωση, αυτό ασφαλώς αφορά την ακροβατική ευρω-βρετανική διαπραγμάτευση, που παρουσιάζει το ρίσκο να οδηγήσει σε Brexit. Σειρά Ευρωπαίων ηγετών που έλαβαν τον λόγο δεν δίστασαν να χρησιμοποιήσουν τη λέξη «καταστροφή» αναφερόμενοι στο ενδεχόμενο μιας βρετανικής εξόδου. «Θα ήταν μια τραγωδία», υποστήριξε ο Γάλλος πρωθυπουργός, Μανουέλ Βαλς, επισημαίνοντας ότι το ευρωπαϊκό σχέδιο θα μπορούσε να αποσυναρμολογηθεί εντός μηνών έπειτα από μια επικράτηση του «Out» στο επικείμενο βρετανικό δημοψήφισμα. Σε μια συγκυρία όπου η Ευρώπη δοκιμάζεται από την τριπλή πρόκληση της τρομοκρατίας, της προσφυγικής κρίσης και των οικονομικών αποκλίσεων, μια τέτοια εξέλιξη θα αποτελούσε μια αχρείαστη και μοιραία επιπλοκή.

Αν η Ε.Ε. δεν είναι σε θέση να κρατήσει στους κόλπους της ένα από τα πιο ισχυρά της μέλη, οι επενδυτές ανά τον κόσμο θα διαγνώσουν επιθανάτια παρακμή, προειδοποίησε ο πάντοτε πραγματιστής Βόλφγκανγκ Σόιμπλε.

Η αποτροπή του Brexit είναι στρατηγική προτεραιότητα πρώτης γραμμής για το Δουβλίνο, τόνισε ο Ιρλανδός πρωθυπουργός, Έντα Κένι, με τον νου στραμμένο, μεταξύ άλλων, στο ενδεχόμενο επαναφοράς των συνοριακών ελέγχων μεταξύ Έιρε και Βόρειας Ιρλανδίας.

Περισσότερο φιλικός προς τις βρετανικές διεκδικήσεις, ο Ολλανδός πρωθυπουργός (και προεδρεύων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου το τρέχον εξάμηνο), Μαρκ Ρούτε, τόνισε ότι όλη η Ευρώπη χρειάζεται τις αξίες της εξωστρέφειας και της ανταγωνιστικότητας που κομίζει το Λονδίνο.

Όλα αυτά με τη διάθεση να δημιουργηθεί η αίσθηση του κατεπείγοντος για την επίτευξη συμφωνίας στη Σύνοδο Φεβρουαρίου των «28».

Κι όμως: Στη δική του ομιλία στο Νταβός ο Βρετανός πρωθυπουργός, Ντέιβιντ Κάμερον, διαμήνυσε ότι ο ίδιος «έχει υπομονή». Η διαπραγμάτευση πρέπει να οδηγηθεί σε ένα αίσιο και όχι σε ένα βεβιασμένο αποτέλεσμα, ώστε ο ίδιος να μπορεί μετά να υποστηρίξει με όλες του τις δυνάμεις την υπερψήφισή του από τους συμπατριώτες του. Άλλωστε, η δέσμευση για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος έχει ορίζοντα τα τέλη του 2017. Το Λονδίνο διαπραγματεύεται με καλή θέληση, προβάλλοντας απαιτήσεις που μπορούν να ικανοποιηθούν, αλλά πάντως, τόνισε ο Κάμερον, «ποτέ δεν θα με ακούσετε να λέω ότι η Βρετανία δεν μπορεί να επιτύχει εκτός Ε.Ε.»…

Προσφυγική κρίση: Όλα κρίνονται από ενσωμάτωση στην αγορά εργασίας

«Το διάστημα για να διασωθεί ο Χώρος Σένγκεν είναι το πολύ δύο μήνες»

 

Lagarde

 

Θα αντέξει η Ευρώπη την πρόκληση της προσφυγικής κρίσης; Το ερώτημα βρέθηκε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των συμμετεχόντων στο Νταβός – στους οποίους φέτος δεν συμπεριλαμβάνεται η Γερμανίδα καγκελάριος, Άνγκελα Μέρκελ, την οποία κράτησε στο γραφείο της ακριβώς η πολιτική θύελλα που προκάλεσαν οι πρωτοχρονιάτικες σεξουαλικές επιθέσεις της Κολωνίας. Όμως ο πρόεδρος Γιόαχιμ Γκάουκ, που εκπροσώπησε την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία, ήταν σαφής: Η θέσπιση ορίων στην είσοδο προσφύγων στην Ευρώπη μπορεί να είναι «ηθικά και πολιτικά αναγκαία», προκειμένου να εξασφαλιστεί η δυνατότητα των κρατών να ανταποκριθούν. «Αν οι δημοκρατικές δυνάμεις δεν μιλήσουν για τη θέσπιση ορίων, θα καλύψουν το έδαφος οι λαϊκιστές και οι ξενόφοβοι», πρόσθεσε ο Γκάουκ, αποκαλύπτοντας την κατεξοχήν πολιτική φύση των ανησυχιών του.

Από την πλευρά τους, τόσο ο Ολλανδός πρωθυπουργός, Μαρκ Ρούτε, όσο και ο Σουηδός ομόλογός του, Στέφαν Λέβεν, υπήρξαν κατηγορηματικοί: Το διάστημα που μένει για να διασωθεί ο Χώρος Σένγκεν είναι το πολύ δύο μήνες…

Η επικεφαλής του ΔΝΤ βρέθηκε, πάντως, στον αντίποδα, διαψεύδοντας τους φόβους ότι η εισροή προσφύγων στην αγορά εργασίας θα αποτελέσει άλλον έναν παράγοντα αποπληθωριστικών πιέσεων.

Τα πάντα εξαρτώνται από τον βαθμό ενσωμάτωσης των νεοεισελθόντων στην αγορά εργασίας, επέμεινε η Κριστίν Λαγκάρντ. Αν αυτός είναι ικανοποιητικός, τότε το ΑΕΠ της Ευρώπης συνολικά θα έχει μέχρι το 2020 πρόσθετη αύξηση κατά 0,25%, η οποία μπορεί να φτάσει το 1,1% για τις κατεξοχήν χώρες υποδοχής (Γερμανία, Σουηδία, Αυστρία), ενώ η συμπίεση των μισθών θα είναι προσωρινή.

Όλα αυτά, ενώ την ίδια ημέρα το ΔΝΤ εξέδιδε έκθεση η οποία, ξεπερνώντας οποιαδήποτε εκτίμηση των Βρυξελλών, υπολογίζει ότι η Ε.Ε. θα δεχτεί συνολικά 4 εκατομμύρια πρόσφυγες την περίοδο 2015-2017. Προκειμένου, δε, η τονωτική συμβολή των προσφύγων στην ανάπτυξη να μην είναι απλώς βραχυπρόθεσμη, δυνάμει των κρατικών δαπανών υποδοχής, η έκθεση υποστηρίζει ότι οι περιορισμοί μετακίνησής τους εντός Ευρώπης σε αναζήτηση εργασίας θα πρέπει να εξαλειφθούν.

Αναδημοσίευση από το «Κεφάλαιο» που κυκλοφορεί.

.